μετάφραση
Βοήθεια: εισάγετε μία λέξη ή έκφραση και κάντε κλικ στο ΟΚ. Πχ.: « άλμα » ή « χρυσό γκολ »
κοινοί όροι
Αθλήματα
στίβος
> αγώνες δρόμων και βάδην
> σύνθετοι αγώνες
> αγώνες ρίψεων
> αγώνες αλμάτων
κωπηλασία
αντιπτέριση
μπέιζμπολ / σόφτμπολ
καλαθοσφαίριση
πυγμαχία
κανόε / καγιάκ
> σπριντ
> σλάλομ
ποδηλασία
ιππασία
ξιφασκία
ποδόσφαιρο
γυμναστική
> γυμναστική
άρση βαρών
χειροσφαίριση
χόκεϊ
τζούντο
πάλη
κολύμβηση
> συγχρονισμένη κολύμβηση
> καταδύσεις
> υδατοσφαίριση
μοντέρνο πένταθλο
τάεκβοντο
αντισφαίριση
επιτραπέζια αντισφαίριση
σκοποβολή
τοξοβολία
τρίαθλο
> ανώμαλος δρόμος
> ποδηλασία
> κολύμβηση
> κοινό λεξιλόγιο τριών αγωνισμάτων
ιστιοπλοΐα
πετοσφαίριση
> μπιτς βόλεϊμπολ
English Français ελληνικά
> Λεξικό των αθλημάτων των θερινών ολυμπιακών αγώνων
ξιφασκία με αναπηρικό αμαξίδιο / escrime en fauteuil roulant / wheelchair fencing
(28 λέξηεις)
pas de classement no class
γέρνω προς τα πίσω pencher en arrière (se) lean backwards (to)
ξιφομάχος σε αναπηρικό αμαξίδιο tireur en fauteuil roulant wheelchair fencer
ρυθμίζω το πλαίσιο/ την συσκευή σταθεροποίησης régler l'appareil de fixation adjust the fencing frame (to)
χέρι που έχει προσβληθεί atteinte du bras armé affected playing arm
επίδεσμος bandage bandage
κεντρική γραμμή barre de distance central bar
πέφτω από το αμαξίδιο tomber de son fauteuil roulant fall out of the chair (to)
ο ξιφομάχος με τον μεγαλύτερο σε μήκος βραχίονα tireur au bras le plus long fencer with the longer arm
ο ξιφομάχος με τον μικρότερο σε μήκος βραχίονα tireur au bras le plus court fencer with the shorter arm
οπλισμένο χέρι main armée fencing arm
πλαίσιο/ συσκευή σταθεροποίησης αναπηρικού αμαξιδίου appareil de fixation des fauteuils roulants fencing frame
μέτρηση απόστασης αμαξιδίων prise de distance fencing measure
ξίφος προσαρμοσμένο στο χέρι του αθλητή arme fixée à la main weapon fixed into the hand
Διεθνής Επιτροπή Ξιφασκίας σε Αναπηρικό Αμαξίδιο (IWFC) Comité International d'Escrime en Fauteuil roulant (IWFC) International Wheelchair Fencing Committee (IWFC)
χρησιμοποιώ τα πόδια servir de ses jambes (se) use the legs (to)
γέρνω προς τα εμπρός pencher en avant (se) lean forwards (to)
κατεβαίνω από το αμαξίδιο quitter son fauteuil roulant leave the chair (to)
αμαξίδιο προβλεπόμενο από τον κανονισμό fauteuil roulant réglementaire legal wheelchair
χάνω την ισορροπία perdre son équilibre loose balance (to)
μεταλλικά μέρη του αμαξιδίου partie métallique du fauteuil roulant metal parts of the wheelchair
μεταλλική ποδιά / μεταλλικό κάλυμμα cuirasse métallique ; tablier métallique ; tablier isolant metallic cover ; metallic apron ; cover
μη οπλισμένο χέρι main non armée non fencing arm
φυσιολογικό χέρι bras armé sain normal fencing arm
ανυψώνομαι από το κάθισμα quitter le siège de son fauteuil roulant raise from the seat (to)
δυνατότητα του αθλητή να έχει ισορροπία όταν κάθεται équilibre assis sitting balance
γλιστράω κατά μήκος του καθίσματος glisser sur son siège slide along the seat (to)
διαφορά μήκους χεριού différence de longueur de bras unequal arm length
αμαξίδιο με μόνωση fauteuil roulant isolé insulated wheelchair
Conception et Réalisation : Angie Interactive
Avec le soutien de la DGLF
© INSEP 2003
INSEP-Publications 11, avenue du Tremblay - 75012 Paris - France